Πέμπτη 29 Μαρτίου 2012

Collegium και Universitas


Ο περιβόητος νόμος 4009/2011 για τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα της χώρας είναι άκρως επικίνδυνος, διότι πριν απ' όλα τείνει να διαλύσει τη θεσμική υπόσταση του πανεπιστημιακού collegium. Δηλαδή την πρωταρχική αρχή ακαδημαϊκότητας στο Πανεπιστήμιο τύπου Χούμπολτ, ότι οι πανεπιστημιακές υποθέσεις δέον να αποφασίζονται από συν-αδέλφους, ελεύθερους και ισότιμους μεταξύ τους. Μέσα σε μία ακαδημαϊκή «κοινότητα», ως πανεπιστημονική διασταύρωση οπτικών γωνιών, ώστε να μπορέσει να ευδοκιμήσει πνεύμα διεπιστημονικό, σφαιρικό, πολύπλευρο, κριτικό. Μακριά από το μακρύ χέρι της πολιτικής εξουσίας, αλλά και από τις κερδαλέες σειρήνες της άλλης μεγάλης πλανεύτρας, της καλούμενης «αγοράς».
Υπό το κράτος του νέου νόμου, ωστόσο, καθένας πανεπιστημιακός δάσκαλος θα απομένει εφεξής μόνος, έρημος κι ανυπεράσπιστος. Ως ανέστια ύπαρξη, μέσα σε χώρους άδειους από συνεργασία, όπου κυκλοφορούν βλέμματα αδειανά, δηλαδή αδιάφορα για τον διπλανό. Φοβούμαστε ότι εδώ θίγεται στη ρίζα της η ίδια η κληροδοτημένη από τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό έννοια του «προσώπου», ως όντος ικανού να στρέφει τη ματιά και το ενδιαφέρον στους άλλους, με την ελπίδα μιας αυθεντικής συναναστροφής μαζί τους.
Με το να αποξενώνεται κανείς από τους άλλους μέσα στον ίδιο ακαδημαϊκό χώρο, θα αποξενώνεται εν τέλει κι από τον εαυτό του, ως επιστήμονας και άνθρωπος. Χωρίς τους χυμούς της ουσιαστικής, παλλόμενης επιστημονικής και ακαδημαϊκής επικοινωνίας, θα αποξεραίνεται κι η δική του επιστημοσύνη, θα στεγνώνει και η δική του ανθρωπιά. Στερημένος από τον ενιαίο φορέα διδασκόντων, που αποτελούσε κατά βάση ο Τομέας, θα στέκει απομονωμένος σε σχέση με τους κατ' όνομα συναδέλφους και ομοτέχνους του.
Μόνος θα στέκει κι απέναντι στον εν δυνάμει εργοδότη του (Συμβούλιο του Ιδρύματος και Κοσμήτορα). Και ανάμεσα σ' αυτούς τους δύο ξέρουμε από πριν ποιος θα έχει το πάνω χέρι. Ως προς αυτό το τελευταίο, νωρίς μας έχει προϊδεάσει, άλλωστε, ο αρκετά παρεξηγημένος Adam Smith. Αναλώσιμος εργαζόμενος θα είναι ο καθηγητής, όπως και κάθε άλλος πλέον σε αυτό το ανθρωποβόρο σύστημα, που λέγεται νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός, υπό την ηγεμονία της διεθνούς των κατόχων χρήματος.
Ποια παράδοση, ποια αριστεία, ποια ακαδημαϊκή μονάδα θα μπορούν να συμπήξουν άτομα με φρόνημα «ο καθένας για τον εαυτό του, για τη δική του επιβίωση», σε πλήρη ανταγωνισμό, άρα με καχυποψία κι απουσία επικοινωνίας με τους άλλους επιστήμονες; Ούτε καν υποτυπώδες ανθρώπινο κλίμα, πολύ λιγότερο ακαδημαϊκό κιόλας, δεν μπορεί να εμπεδωθεί σε παρόμοια καταθλιπτική κατεύθυνση.
Γίνεται φανερό ότι εδώ δεν πρόκειται απλώς για ένα «άλλο» σύστημα διοίκησης, σε σχέση με αυτό που γνωρίσαμε και σε γενικές γραμμές εκτιμήσαμε. Πρόκειται για διάβρωση του επίστασθαι και του φιλοσοφείν, για ισχυρό πλήγμα στους ίδιους τους όρους άσκησης των επιστημών. Ακριβώς το αντίθετο από ό,τι θα μπορούσε να αποκληθεί γενικεύσιμο συμφέρον της κοινωνίας, κάποια ιδέα κοινού καλού, τέλος πάντων.
Και όμως, ένα μικρό και προνομιούχο τμήμα της κοινωνίας σ' αυτό ακριβώς προσβλέπει και μάλιστα ως στρατηγική επιλογή. Δηλαδή σε μία ανώτατη παιδεία της ετοιμοπαράδοτης και mainstream γνώσης, σε δραστικό συνδυασμό ημιμάθειας και συνειδητής αποσιώπησης της δυνατότητας ότι «τα πράγματα δύνανται άλλως έχειν». Κανείς μάλλον δεν θα το συμβουλεύει ανοιχτά, αλλά το γενικό νόημα θα είναι τούτο: «Μην ενσπείρετε ουτοπικές ιδέες στους εξουσιαζομένους κι απαλλαγείτε σεις οι ίδιοι οι διδάσκοντες από αυτές το συντομότερο δυνατόν. Ίσως από αυτό να εξαρτηθεί, εξάλλου, και η όποια περαιτέρω ακαδημαϊκή σταδιοδρομία σας».
Επείγει, λοιπόν, η συσπείρωση ευρύτερων δυνάμεων για την υπεράσπιση της δημοκρατίας και της κοινωνίας. Διότι αυτές είναι οι βασικές αξίες που σε τελική ανάλυση τίθενται εν αμφιβόλω. Αυτές φλέγεται ο νεοφιλελεύθερος ζηλωτισμός να στιγματίσει ως ουτοπικές ιδέες, σαν να ήταν μιάσματα. Στα πανεπιστημιακά πράγματα το ισοδύναμο, λίγο-πολύ, αυτών των κεντρικών ιδεών είναι η πλήρης αυτοδιοίκηση των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και η ακαδημαϊκή ελευθερία σε συνθήκες ουσιαστικής συνεργασίας, για το καλό της επιστήμης και της κοινωνίας. Νά γιατί εναντιωνόμαστε τόσο έντονα απέναντι στο συγκεκριμένο νομοθέτημα, διαβάζοντάς το πίσω από τις γραμμές του. Και σ’ αυτό συμφωνούμε πολλοί, περισσότεροι από όσο νομίζεται.

πηγη Αυγη

ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ για τις φασιστικές επιθέσεις στις σχολές



Σήμερα το μεσημέρι ομάδα εθνικιστών μπήκε στο μαθηματικό με τσεκούρια και αφού κατέστρεψαν τους χώρους της ΑΡΕΝ και των ΕΑΑΚ, επιτέθηκαν σε δύο συναγωνιστές με αποτέλεσμα να νοσηλεύονται σε σοβαρή κατάσταση.  Η πραγματική βία, η πραγματική απειλή του ασύλου δεν είναι οι κοινωνικοί αγώνες, είναι ο παρακρατική δράση των φασιστών υπό την ανοχή της κυβέρνησης και της αστυνομίας! Την πολιτική ευθύνη για τέτοιου είδους φαινόμενα έχουν όσοι προσπαθούν να αποπροσανατολίσουν, στοχοποιώντας πληττόμενες κοινωνικές ομάδες και ανατρέχοντας σε μετεμφυλιακό κλίμα με κρεσέντο εναντίον της Αριστεράς!

 Καμία ανοχή στην εθνικιστική δράση και στις επιθέσεις μέσα και έξω από το πανεπιστήμιο.
 Έξω οι φασίστες από τις γειτονιές και τις σχολές.


Το φασισμό βαθιά κατάλαβε τον,
δε θα πεθάνει μόνος,
τσάκισέ τον!

Τρίτη 20 Μαρτίου 2012

Τρομοκρατία: (η)/(ουσιαστ.)/ μια καθημερινή μνημονιακή συνήθεια.


Πριν από λίγες ημέρες, οι φοιτητές και οι φοιτήτριες του ΝΟΠΕ έγιναν γι’ ακόμα μία φορά μάρτυρες του ίδιου ανθρωποκυνηγητού. Γι’ ακόμη μία φορά δυνάμεις των Μονάδων Αποκατάστασης της Τάξης και ασφαλιτών κυνήγησαν και συνέλαβαν μετανάστες μικροπωλητές των Προπυλαίων. Μάλιστα όταν οι μετανάστες κατέφυγαν στη νομική για να προστατευτούν, οι δυνάμεις της αστυνομίας συνέχισαν να παραμένουν απ’ έξω από την είσοδο της Μασσαλίας, παραβιάζοντας το άσυλο του ΕΚΠΑ. Αλλά δεν σταμάτησαν εκεί. Σε δεύτερη επάνοδο τους έξω από τον προαύλιο χώρο της σχολής, προσήχθησαν 2 φοιτήτριες της Νομικής απροκάλυπτα και αναίτια.
Οι σκηνές που εκτυλίχθηκαν δεν είναι πρωτόγνωρες. Η αστυνομία, προφασιζόμενη την προσπάθεια πάταξης του παραεμπορίου, κυνηγά μετανάστες στους δρόμους της πόλης, οργανώνει επιχειρήσεις σκούπα, προσπαθεί στην ουσία να «καθαρίσει» την πρωτεύουσα.  Τα παραπάνω φαινόμενα μας οδηγούν σε συμπεράσματα σχετικά με τη φύση και τους στρατηγικούς στόχους της κυβέρνησης εθνικής ενότητας ΠαΣοΚ- ΝΔ.
Για να οργανωθεί καλύτερα η νεοφιλελεύθερη επίθεση, για να μεθοδευτεί καλύτερα η κυριαρχία της λιτότητας, της πειθαρχίας (πόσο μάλιστα όταν επίκεινται εκλογές), η κυβέρνηση της εθνικής σωτηρίας δημιουργεί νέες ταυτότητες στην ελληνική κοινωνία, επιστρατεύοντας το ρατσισμό. Έχει ήδη φτιάξει την μορφή του μετανάστη- απειλή για την εθνική οικονομία. Έχει καθορίσει την απειλή του παραεμπορίου ως τη μέγιστη αιτία φθοράς των ελληνικών εισοδημάτων. Πάνω στα σώματα των ανθρώπων που έχουν εγκαταλείψει τις πατρίδες τους για ένα καλύτερο μέλλον, οι (συν) κυβερνώντες έχουν βρει το σημαντικό στήριγμα της ιδεολογικής τους κυριαρχίας.
Όμως οι μετανάστες δεν είναι απειλή. Το αντίθετο, είναι το πιο σκληρά εκμεταλλεύσιμο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας. Είναι οι άνθρωποι εκείνοι που εργάζονται με τις μικρότερες αποδοχές, δίχως ασφάλιση, έχοντας ταυτόχρονα να αντιμετωπίσουν την ξενοφοβία που οι κυρίαρχοι συστηματικά καλλιεργούν. Η κατάσταση γίνεται ακόμη χειρότερη στην περίπτωση των μεταναστριών, όπου η εκμετάλλευση συμπυκνώνεται και ενισχύεται με τις σεξιστικές πρακτικές.  Οι μετανάστριες γίνονται ο εύκολος στόχος των κυκλωμάτων πορνείας, την ίδια στιγμή που η “ανεξάρτητη” δικαιοσύνη κλείνει επιδεικτικά τα μάτια. (χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του βιασμού στην Αμάρυνθο).
Την επικράτηση αύτου του κυρίαρχου ιδεολογήματος μπορούμε να την παρατηρήσουμε στην ολοένα και μεγαλύτερη δημοσκοπική αύξηση της φασίζουσας δεξίας, με πρωτοστάτη Χρυσή Αυγή. Η ενίσχυση αυτή του ιδεολογικού στίγματος της ακροδεξιάς, γίνεται ακριβώς τη στιγμή μου με τη συγκρότηση της κυβέρνησης της εθνικής ενότητας, διαμορφώνεται μία νέα εθνική αφήγηση. Είναι αυτή η αφήγηση που προσπαθεί να αποδώσει την αιτία της οικονομικής κρίσης τόσο στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό, όσο και στην Ευρώπη στη μετανάστευση. Είναι αυτή η αφήγηση με την οποία το ελληνικό και το ξένο κεφάλαιο απεκδύεται των ευθυνών του, ενώ ταυτόχρονα αποκρύπτεται η κρισιακή “φύση” του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Είναι τέλος η αφήγηση αυτή που συγκροτεί δύο μέτωπα, τους Έλληνες και τους ξένους, συσκοτίζοντας κάθε ταξική ανάλυση.
Όμως ο τρόπος με τον οποίοι αναπτύσσεται η δραστηριότητα της αστυνομίας έχει και άλλη μία συμβολική συνέπεια. Η κλούβα της Ιπποκράτους και η κλούβα στην Ακαδημίας δημιουργούν μία «υγειονομική ζώνη» γύρω από το κέντρο και συγκεκριμένα γύρω από το άσυλο της νομικής. Οι μηχανισμοί καταστολής αναδιαμορφώνουν το δημόσιο χώρο και μας δείχνουν με τον καλύτερο τρόπο πώς λειτουργεί η αρχιτεκτονική της επιτήρησης που έχει ένα ξεκάθαρο στόχο: Να αφαιρέσει από το άσυλο της νομικής τα στοιχεία εκείνα που τον κάνουν έναν επικίνδυνο για τους κυρίαρχους κοινωνικό χώρο. Είναι μία ζώνη που προσπαθεί να καταστείλει και να ελέγξει την αλληλεγγύη που δείχνουν οι φοιτητές και οι φοιτήτριες της νομικής προς τους μικροπωλητές. Είναι μία ζώνη που προσπαθεί να πειθαρχήσει ένα φοιτητικό σύλλογο που παίζει κομβικό ρόλο στο φοιτητικό κίνημα. Είναι μία ζώνη φτιαγμένη ακριβώς για να μετατρέψει το άσυλο των κοινωνικών αγώνων σε άσυλο της εθνικής ενότητας. Γι’ αυτό και δεν είναι σύμπτωση που το θύματα των αστυνομικών επιθέσεων είναι μετανάστες, τον κοινωνικό αγώνα των οποίων είχε στηρίξει μόλις ένα χρόνο πριν ο φοιτητικό σύλλογος της νομικής.
Η χθεσινή επίθεση της αστυνομίας έχει όμως άλλη μία πτυχή: την καταπάτηση του πανεπιστημιακού ασύλου. Παρά τη διαρκή συκοφάντησή του από τα Μ.Μ.Ε., την προσπάθεια για κατάργησή του από το νόμο Διαμαντοπούλου, το άσυλο υπάρχει ακόμα στις συνειδήσεις των φοιτητών ως άσυλο κοινωνικών αγώνων. Ως εκείνο ακριβώς το στοιχείο που διαφοροποιεί τον κοινωνικό χώρο του πανεπιστημίου και επιτρέπει στους φοιτητές και τις φοιτήτριες της ακαδημαϊκής κοινότητας να στηρίζουν εκείνους τους αγώνες που συμπλέουν με τα συμφέροντά τους. Η προσαγωγή, λοιπόν, των συμφοιτητριών μας είναι μια ξεκάθαρη προσπάθεια τρομοκράτησης του φοιτητικού σώματος αλλά και συνόλικα κάθε κοινωνίκης αντίστασης ωστέ να μην βρίσκεται σε κινηματίκη τροχία και ενάντια στα κυβερνητικά τους σχέδια.
Όσο, λοιπόν, και να προσπαθούν να μας πείσουν ότι το άσυλο ανήκει στον εθνικό κορμό, ότι πρέπει να καταργηθεί άμεσα ή ότι προασπίζει σε φαντασιακό επίπεδο μόνο την ‘διακίνηση ιδέων’ (πώς άραγε ανάμεσα στα ΜΑΤ), δε χρειάζεται παρά να κοιτάξουμε μόλις ένα χρόνο πριν, στην απεργία πείνας των 300 μεταναστών, για να αντιληφθούμε το προφανές: Τα συμφέροντα των εργαζομένων ,των ανέργων, των φοιτητών, των μεταναστών, των γυναικών και σήμερα ταυτίζονται. Και συναντίονται στην ανατροπή της κυβέρνησης εθνικής ενότητας.
 Για να γίνουν όμως οι επιδιώξεις αυτές πραγματικότητα δεν αρκούν διοικητικά συμβούλια. Απαιτείται να γίνει η άνοδος της ακροδεξιάς, οι επιθέσεις της αστυνομίας, η κυβέρνηση της εθνικής ενότητας, η συμφωνία του  P.S.I, μαζί με τα καθημερινά προβλήματα του φοιτητικού συλλόγου (ανεπάρκεια αιθουσών, έλλειψη συγγραμμάτων, νόμος Διαμαντοπούλου) κτήμα των φοιτητών/τριων. Και αυτό μπορεί να γίνει μόνο μέσα από μία γενική συνέλευση. Μόνο μέσα από μία οργανωμένη αμεσοδημοκρατική διαδικασία, μέσα από την οποία ο φοιτητικός σύλλογος της νομικής θα μπορέσει να πάρει απόφαση για όλα όσα συμβαίνουν και επηρεάζουν και τον κοινωνικό του χώρο.

Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2012

«Με έναν Σοπενάουερ στην τσέπη» ή Ή η άλλη μισή αλήθεια


«Με έναν Σοπενάουερ στην τσέπη» ή Ή η άλλη μισή αλήθεια
Η εργαλειακή και σχεδόν «από καθήκον» αντιμετώπιση της ανάγνωσης ως βιβλιογραφίας αθετεί την ουσία του πάθους το οποίο γίνεται όλο και πιο δυσεύρετο
 
Του Νικόλα Σεβαστάκη

Στη Λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων, το μυθιστόρημα του Ζαν Μισέλ Γκενασιά, ο αφηγητής Μισέλ Μαρινί είναι ένας έφηβος που διαβάζει λογοτεχνία με τέτοια αφοσίωση ώστε συχνά διασχίζει τους δρόμους του Παρισιού χωρίς να τραβάει τα μάτια του από τις σελίδες. Είναι η εποχή του πολέμου στην Αλγερία και των πρώτων δίσκων του ροκ εν ρολ, εποχή όπου οι πολιτικές απορίες και η ερωτική αφύπνιση συγκαταλέγονται στα υλικά της επερχόμενης εξέγερσης.

Να, λέω, αυτό το καλό έχει η λογοτεχνία: υπενθυμίζει, μεταξύ άλλων, τις δυνατότητες ελευθερίας που υπάρχουν κάτω από τα στρώματα μιας κοινής ζωής, ενός συνηθισμένου πεπρωμένου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν πρόκειται για νοσταλγική ανακατασκευή του παρελθόντος ή μιας νεότητας που κάποτε, πιθανόν, ήταν πιο ενδιαφέρουσα. Αυτός ο έφηβος που διάβαζε Κάφκα και Καμύ, Ντοστογιέφσκι και Γκόγκολ, υπήρξε στ’ αλήθεια. Δεν είναι μια στρατηγική εξιδανίκευσης, τέχνασμα μιας συγκαλυμμένης αυτοβιογραφίας. Το ανάλογό του στο πέρασμα του χρόνου είναι άλλωστε εκείνοι οι νεαροί Έλληνες που τα ονόματά τους τα πρωτοσυνάντησα σε κάποια τεύχη της Επιθεώρησης Τέχνης –τα είχε όλα ο πατέρας μου– όταν ήμουν δεκατεσσάρων. Και κάποιοι από αυτούς ευτυχώς επιμένουν ακόμα και τους διαβάζουμε σήμερα στις Σημειώσειςτου σπουδαίου Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου. Παιδιά του Χαλανδρίου και της Κυψέλης του ’60, της Βέροιας ή της Χαλκίδας που διάβαζαν Κέστλερ, Τόμας Μαν και Λούκατς. Και άλλοι που εμφανίστηκαν στις κατοπινές γενιές, στη μεταπολίτευση –αυτή που την παρουσιάζουν ως ένα πασοκοειδές γκροτέσκο πράγμα–, στα μεταβατικά χρόνια του ’80 και μέχρι σήμερα. Σήμερα;

Μόνο που δέκα τόσα χρόνια στο πανεπιστήμιο, στις κοινωνικές επιστήμες μάλιστα, ζήτημα είναι αν έχω συναντήσει τρεις φοιτητές που να λάμπει το μάτι τους ακούγοντας το όνομα ενός συγγραφέα ή τον τίτλο ενός βιβλίου. Πάντα μειονότητες θα είναι οι Μισέλ Μαρινί του κόσμου τούτου, αλλά εδώ μιλώ για πραγματική κατάσταση σπάνης ή για θλιβερή απουσία. Και αυτό ισχύει ακόμα και για εκείνους τους ενταγμένους ή υποψιασμένους πολιτικά φοιτητές και φοιτήτριες.

Το έχω ξαναγράψει και ξέρω ότι παρεξηγείται στην Αριστερά ως πράγμα ανεπίκαιρο και εξωτικό: μου φαίνεται αδιανόητη μια πολιτικοποίηση χωρίς άλλα ερεθίσματα, χωρίς μια γερή δόση μύησης σε διαφορετικές και συχνά ασύμπτωτες μεταξύ τους αφηγήσεις της ανθρώπινης κατάστασης. Αυτές οι αφηγήσεις δεν εξαντλούνται στην τελευταία λέξη της μόδας που επικρατεί στη λεγόμενη ριζοσπαστική θεωρία. Ούτε πρέπει να τις επικαλούμαστε για να μας λύσουν το πρόβλημα του «πολιτικού σχεδίου», πόσο μάλλον το πρόβλημα του χρέους και της καπιταλιστικής κρίσης.

Η εργαλειακή και σχεδόν «από καθήκον» αντιμετώπιση της ανάγνωσης ως βιβλιογραφίας αθετεί την ουσία του πάθους το οποίο γίνεται όλο και πιο δυσεύρετο. Μιλώ για μια στάση η οποία δεν ψάχνει απλώς έναν μικρό χώρο βεβαιοτήτων, δεν γυρεύει ένα είδος διανοητικού στεκιού. Υπέροχα είναι τα στέκια και οι βεβαιότητές τους, αλλά ακόμα καλύτερη είναι η περιπλάνηση, η πρακτική της αμφιβολίας, όπως την προσφωνεί ο σχεδόν αιωνόβιος Ινγκράο.

Αλλά τι να το κάνω που ο άλλος θέλει «επιστροφή στον Λένιν» και όταν του μιλάς λ.χ. για τις Ιστορίες από την Κολιμά του Βαρλάμ Σαλάμοφ κοιτάει με μάτια απλανή λες και του αναφέρεις την ύπαρξη εξωγήινης ζωής;

Πρακτική της αμφιβολίας σημαίνει ότι πιάνεις στα χέρια σου κι εκείνα που θα σου πολλαπλασιάσουν τα ερωτήματα, κι αυτά που θα σου ραγίσουν τα έσω τοιχώματα ή θα σε βγάλουν, πολλές φορές με βίαιο τρόπο, έξω από τα οικεία και ανακουφιστικά λόγια με τα οποία πιστεύεις ότι ξεκλείδωσες τα μυστικά του κόσμου.

Ο τσέχος φιλόσοφος, ο Γιαν Πάτοτσκα, έλεγε ότι πνευματικός άνθρωπος είναι εκείνος που αποδέχεται να ζει με την «προβληματικότητα», συντροφιά με μια ορισμένη αίσθηση του κινδύνου στο βαθμό που αποστατεί από την προστασία του αυτονόητου και αυταπόδεικτου. Τα καθεστωτικά αυτονόητα τα ξέρουμε, χίλιες φορές τα έχουμε πει και σε αυτήν εδώ τη στήλη. Αλλά να που ο κομφορμισμός δεν έχει μόνο ένα πρόσωπο, δεν είναι μόνο «η εικόνα στις ειδήσεις», αλλά ζει και μέσα στο κίνημα, τρέφεται από τη μονομέρεια, από τον radical ακαδημαϊσμό, τον αιώνιο άταφο οικονομισμό.

Κάθε φορά που συναντώ αυτά τα προσωπεία, θυμάμαι τον Λειβαδίτη που ομολογεί:

ώ, αν μπορούσα να ξαναρχίσω απ’ την οδό Κεραμέων, τότε που περιδιάβαζα κάτω απ’ τις πιπεριές μ’ έναν Σοπενάουερ στην τσέπη
σ’ εκείνον το ρομαντικό ρόλο που «έπαιζα» τότε, ανακαλύπτω τώρα ότι υπήρξε ο πιο αληθινός εαυτός μου

Αυτός «ο Σοπενάουερ στην τσέπη» μπορεί να είναι η άλλη μισή αλήθεια

Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2012

Τα Συμβούλια Διοίκησης είναι εδώ και διαλύουν το δημόσιο, δωρεάν, μαζικό πανεπιστήμιο!


Έχουν ήδη προκηρυχθεί εκλογές για την ανάδειξη εσωτερικών μελών του Συμβουλίου Διοίκησης (Σ.Δ.) σε ΑΣΟΕΕ και Πάντειο. Η όλη διαδικασία καθυστέρησε όλο το προηγούμενο διάστημα λόγω των φοιτητικών κινητοποιήσεων του Σεπτεμβρίου, αλλά έρχονται τώρα μέσα στην εξεταστική να προχωρήσουν με θράσος στην διάλυση του δημόσιου και δωρεάν πανεπιστημίου.

Τι είναι, όμως, το Συμβούλιο Διοίκησης;
Το Σ.Δ. είναι το όργανο που θα αντικαταστήσει τη σύγκλητο στη διοίκηση του πανεπιστημίου. θα απαρτίζεται από 15 μέλη, 8 καθηγητές, 6 εξωπανεπιστημιακούς και 1 φοιτητή, και ουσιαστικά θα λαμβάνει τις αποφάσεις για οποιοδήποτε θέμα αφορά το πανεπιστήμιο: από την εκλογή του πρύτανη και τη χάραξη στρατηγικής έως την κατανομή των πόρων, την εποπτεία και έλεγχο της λειτουργίας του ιδρύματος. Εκλεγμένα όργανα όπως η Συνέλευση του Φοιτητικού Συλλόγου και η Σύγκλητος θα έχουν καθαρά διακοσμητικό ρόλο. Ουσιαστικά, εμείς οι φοιτητές και τα μέλη Δ.Ε.Π. αποκλειόμαστε αυτομάτως από κάθε απόφαση που θα λαμβάνεται γι’ εμάς – σε κάθε περίπτωση χωρίς εμάς.

Πώς η αλλαγή επηρεάζει εμάς τους φοιτητές;
Πρώτα απ’ όλα, πρόκειται για ένα αυταρχικό όργανο αφού θα ασκεί εξουσία στον χώρο του πανεπιστημίου, οικονομική και διοικητική, χωρίς να ελέγχεται από κανέναν, ενισχύοντας έτσι τη διαφθορά. Κυριότερος σκοπός του θα είναι να εφαρμόσει εν μια νυκτί όλες τις διατάξεις του νόμου Διαμαντοπούλου. Τέρμα πια οι σταδιακές περικοπές σε κοινωνικές παροχές, σίτιση, στέγαση, συγγράμματα. Το Σ.Δ. νομιμοποιεί την κατάργησή τους κι επιπλέον βάζει επιχειρηματικά στελέχη να διοικούν το πανεπιστήμιο μετατρέποντάς το έτσι σε πεδίο κερδοφορίας του κεφαλαίου και των ιδιωτικών επιχειρήσεων. Το Σ.Δ. ως πιστός υπηρέτης των νεοφιλελεύθερων πρακτικών αποσκοπεί στη δημιουργία ενός ανθρώπου που θα δουλεύει απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ και θα παίρνει τόσα λίγα που δε θα μπορεί να καλύψει ούτε τις βασικές του ανάγκες. Σε αυτό το μοτίβο κινείται ο νόμος Διαμαντοπούλου, ο οποίος δημιουργεί έναν φοιτητή που θα επιβαρύνεται με το κόστος σπουδών του, θα αναγκάζεται να δουλεύει για να καλύψει τα δίδακτρα, θα τελειώνει ένα διαλυμένο πτυχίο 2-3 ετών με μειωμένες γνώσεις και επαγγελματικά δικαιώματα ώστε να εργαστεί με όρους μαθητείας για να παίρνει 400ευρώ μέχρι τα 25 του χρόνια και, εν τέλει, έναν φοιτητή που θα αποξενώνεται από τους ομότιμούς του για να μην μπορεί να διεκδικήσει συλλογικά τα αυτονόητα (όπως δημόσια και δωρεάν παιδεία για όλους). Την ευθύνη για το μετασχηματισμό του φοιτητή αναλαμβάνει εξ ολοκλήρου το Σ.Δ. : το πρώτο βήμα εφαρμογής του νόμου της Διαμαντοπούλου για την παιδεία.

Τι πρέπει να κάνουμε εμείς οι φοιτητές;
Χρέος όλων των φοιτητών, του καθένα από μας, όπως και όλης της πανεπιστημιακής κοινότητας είναι να παλέψουμε μέσα από συλλογικές διαδικασίες ενάντια στον ξεκάθαρα αντιδημοκρατικό και αντισυνταγματικό νόμο για την παιδεία  και για την διεκδίκηση ενός δημόσιου πανεπιστημίου που θα ανταποκρίνεται στις ανάγκες μας, χωρίς να  επαναπαυτούμε σε λογικές τύπου “συμβούλια σοφών”. Ο αγώνας ενάντια στα Σ.Δ., στο πρώτο βήμα εφαρμογής του νέου νόμου, κρίνεται στην πράξη! Η μάχη κάθε άλλο παρά χαμένη είναι. Ήδη στο ΕΜΠ , στο ΑΠΘ και το ΕΚΠΑ έχουν παγώσει οι διαδικασίες εκλογής. Πρέπει πανελλαδικά φοιτητές, καθηγητές και διοικητικοί υπάλληλοι όχι μόνο να απέχουμε αλλά να μπλοκάρουμε στην πράξη τη δημιουργία των Σ.Δ..

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΑΘΗΤΕΙΑ, ΕΙΝΑΙ ΜΑΥΡΗ ΚΑΙ ΕΠΙΣΦΑΛΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑ



    Στην εποχή του Μνημονίου η επίθεση ενάντια στις δυνάμεις της εργασίας και της νεολαίας , ολοένα και οξύνεται με κυρίαρχο στόχο το κόστος διεξόδου από την κρίση  να μετατοπιστεί σε αυτούς . Στην ίδια νεοφιλελεύθερη κατεύθυνση της λιτότητας, της ανεργίας και της φτώχειας εντάσσεται και η περιστολή δικαιωμάτων και ελευθεριών. Έτσι, κυβέρνηση και τρόικα επέλεξαν να τσακίσουν ακόμη περισσότερο τα δικαιώματα των νέων εργαζόμενων με τον αντιδραστικό νόμο περί  “μαθητείας και απόκτησης εργασιακής εμπειρίας” για άτομα 18-25 ετών.
      Βάσει του νόμου, που στηρίχτηκε από όλο το αστικό μπλοκ, προβλέπεται η σύμβαση της 24μηνης διάρκειας, με απευθείας διαπραγμάτευση του μισθού μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου, παρακάμπτοντας κάθε συλλογική σύμβαση (εθνική - γενική - κλαδική - επιχειρησιακή). Καταλαβαίνουμε λοιπόν ποιος θα μπορέσει να επιβάλλει τους όρους του στο διαπραγματευτικό δίπολο εργοδότη-εργαζόμενου. Παράλληλα επιτρέπεται στον εργοδότη να συνάπτει συμβάσεις, χωρίς καμία συνεννόηση με τον συνδικαλιστικό φορέα του εργαζόμενου, απαγορεύοντας με αυτόν τον τρόπο τη συνδικαλιστική δράση του δεύτερου . Τέλος ο νόμος προβλέπει ότι με την αλλαγή του εργασιακού αντικειμένου υπογράφεται εκ νέου 24μηνη σύμβαση. Για παράδειγμα εργαζόμενος ηλικίας 22 ετών σε θέση βοηθού λογιστή – όπου η σύμβασή του θα έληγε στα 24 του χρόνια- εάν αλλάξει αντικείμενο υπογράφει με την ίδια επιχείρηση νέα σύμβαση 24μηνης διάρκειας.
        Η παραπάνω διάταξη συνδέεται άμεσα με το νόμο Διαμαντοπούλου που επιτάσσει εξοντωτικούς ρυθμούς σπουδών και απόκτησης πτυχίου σε αυστηρά χρονικά πλαίσια προκειμένου οι νέοι εργαζόμενοι να παραδίδονται στη φιλόξενη αγκαλιά της επισφάλειας και της εργασιακής εκμετάλλευσης. Όταν αντίστοιχη νομοθεσία για την εργασία των νέων θεσπίστηκε στη Γαλλία το 2006 υπήρξε ένα μεγαλειώδες κίνημα αντίδρασης με στόχο την ανατροπή της. Καλούμε τους εργαζόμενους και τη νεολαία να εμποδίσουν την εφαρμογή της νομοθεσίας που υποθηκεύει το μέλλον μας, που οδηγεί μια ολόκληρη γενιά να ζήσει χειρότερα απ’ την προηγούμενη.

Το μέλλον που μας ετοιμάζουν δε μας χωράει
Να τους ανατρέψουμε

ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΕΝΟΤΗΤΑ

ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΕΝΟΤΗΤΑ